Connect with us

Βίντεο

Γιάννης Τζατζόγλου: Το φτωχόπαιδο από τη Λήμνο που μαγείρεψε για τον Βασιλιά και τη Χριστίνα Ωνάση! (βίντεο)

Μια ζωή σαν ταινία

Δημοσιεύτηκε

στις

tzatzo1

Υπάρχουν άνθρωποι που η ζωή τους δεν κυλάει απλώς γράφει ιστορία. Άνθρωποι που ξεκίνησαν από το απόλυτο μηδέν, χωρίς δεκάρα στην τσέπη, αλλά με μια ψυχή γεμάτη πείσμα και ένα θράσος γεννημένο από την ανάγκη για επιβίωση. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι ο Γιάννης Τζατζόγλου.

Στον νέο κύκλο on camera συζητήσεων του LimnosLive, η Νατάσα Ταραράκη και ο Στέλιος Σταματέρης είχαν τη χαρά και την τιμή να φιλοξενήσουν αυτόν τον σπουδαίο Λημνιό. Καθισμένος εκεί, μπροστά από το νέο, καλόγουστο μαγαζί της κόρης του Κυβέλης, το Bre.Lu.Di στη Μύρινα, ο κυρ Γιάννης άνοιξε την καρδιά του και μας χάρισε μια κατάθεση ψυχής, από εκείνες που σε κάνουν να ανατριχιάζεις και να χαμογελάς ταυτόχρονα.

Γεννημένος μέσα στην αντάρα της Κατοχής, τον Φλεβάρη του 1940, ο κυρ Γιάννης έμαθε τα ζόρια από κούνια. Όταν οι Γερμανοί έφυγαν, οι γονείς του, ο Αθανάσιος και η Κονίτσα, αρρώστησαν βαριά. Εκείνος και η αδελφή του η Έλη έμειναν ορφανοί μέσα στο σπίτι, με μόνη στήριξη τη γιαγιά τους την Κανέλω (τη μάνα του μετέπειτα ξακουστού γιατρού στο Πορτιανού).

Όταν στα 12 του χρόνια έχασε και τη γιαγιά του, ο κόσμος γύρω του σκοτείνιασε. Ο δάσκαλος επέμενε να πάει στο Γυμνάσιο, γιατί το μυαλό του «έκοβε» στα μαθηματικά, όμως η πραγματικότητα ήταν αμείλικτη. «Κοιτούσα το μπουκάλι με το λάδι στο τραπέζι να αδειάζει και σκεφτόμουν πώς θα το γεμίσω», λέει με τα μάτια του να βουρκώνουν. Κάπως έτσι, ένα παιδάκι 12 χρονών μπαίνει στη βιοπάλη. Σκληρή δουλειά στην αλευρομηχανία του Κουτσογιάννη, από τα χαράματα μέχρι τις 6 το απόγευμα, για μια φέτα ψωμί με τυρί και 150 δραχμές τον μήνα.

Βλέποντας και νιώθοντας ότι αν έμενε πίσω θα βούλιαζε, πήρε τη μεγάλη απόφαση. Στα 17,5 του χρόνια, μπαίνει στο λεωφορείο και μετά στο καράβι για τον Πειραιά. Μόνος…. Χωρίς έναν γνωστό, χωρίς μια δραχμή, χωρίς να ξέρει πού θα βγάλει η νύχτα.

Από τον ξύλινο πάγκο, στα μεγάλα υπερωκεάνια

Το θράσος του ήταν το μόνο του κεφάλαιο. Φτάνοντας στο λιμάνι, μπαίνει σε ένα καφενείο ενός Κεφαλονίτη. «Δεν θέλω λεφτά», του λέει. «Μια φέτα ψωμί το πρωί και να με αφήνεις το βράδυ να κοιμάμαι στον ξύλινο πάγκο». Εκεί, με προσκεφάλι τα πάνινα παπούτσια του, ο νεαρός Γιάννης έκανε το δικό του «κουμάντο» και έδωσε όρκο στον εαυτό του ότι θα πετύχει.

Σε τρεις μέρες μπαρκάρει στο καράβι «Ερμής» για Βενετία. Εκεί καταλαβαίνει ότι η κουζίνα είναι δύναμη και χρήμα. Όταν γυρίζει στη Λήμνο μετά από έξι μήνες, με κολλαριστά λεφτά στην τσέπη, μπριγιαντίνη στα μαλλιά και μια τσατσάρα στο χέρι, είναι πια άλλος άνθρωπος.

ΔΙΑΦΗΜΗΣΗ
Advertisement

Όμως δεν σταμάτησε εκεί. Με περίσσιο τσαμπουκά πήγε στο σωματείο και απαίτησε να μπει σε υπερωκεάνιο εκεί που για να μπεις ήθελες «υπουργό». Πήγε κατευθείαν στον εφοπλιστή, στην Κολοκοτρώνη 85. Όταν οι άλλοι αρχιμάγειρες γέλασαν με τους έξι μήνες προϋπηρεσίας του, εκείνος τους τύλιξε σε μια κόλλα χαρτί: «Έχετε 96 εκλεκτούς μαγείρους, γράψτε κι έναν σκάρτο μέσα!». Κι έτσι τρύπωσε. Μέσα σε μια δεκαετία, βασιζόμενος στις οικονομικές συμβουλές της γιαγιάς του «ποτέ σπατάλη, πάντα μέτρο», ανέβηκε όλα τα σκαλιά και έγινε ο πρώτος αρχιμάγειρας, παίρνοντας κοντά του και την αδελφή του.

Από την κουζίνα του Βασιλιά, στα τραπέζια της Χριστίνας Ωνάση

Η μαγειρική για τον κυρ Γιάννη δεν ήταν απλώς συνταγές, ήταν μαθηματικά ακριβείας. Αυτό το ταλέντο τον έφερε στις χρυσές εποχές των «Ελβετικών» (Ακτή Μυρίνα) να διευθύνει μια κουζίνα με 135 άτομα προσωπικό και να ταΐζει την ελίτ της Ευρώπης.

Στην Αθήνα, μέσω του Τάσου, του μάγειρα του Βασιλιά Παύλου, μπαίνει στα μεγάλα σαλόνια. Δουλεύει ασταμάτητα, τη μέρα σε ξενοδοχεία και τη νύχτα στο ιστορικό «Βλαδίμηρο» στο Κολωνάκι, βγάζοντας τόσα λεφτά που αγοράζει αυτοκίνητο.

Το μεγάλο του καμάρι, όμως έμελλε να είναι ο «Γαλαξίας» του. Το δικό του οινομαγειρείο στον Πειραιά, στην οδό Φιλελλήνων 2. Ένα μαγαζί θρύλος, που άνοιγε στις 5 το πρωί και σέρβιρε αχνιστό πατσά, μαγειρίτσα και κρεατόσουπα. Εκεί έσμιγαν όλοι οι εργάτες του λιμανιού, οι «κυρίες» της Τρούμπας που ο κυρ Γιάννης θυμάται με απίστευτο σεβασμό για την ευγένειά τους, αλλά και οι μεγάλοι αστέρες. Ο Θανάσης Βέγγος που έτρωγε δύο πιάτα πατσά και μισό κιλό κρασί, ο Μάνος Κατράκης, αλλά και η ίδια η Χριστίνα Ωνάση.

«Ήταν ένα κορίτσι μελαγχολικό, πολύ ταλαιπωρημένο», θυμάται ο κυρ Γιάννης για τη ζάπλουτη κληρονόμο. Ερχόταν εκεί, ανάμεσα στα 15 ταψιά με τα μαγειρευτά, και έβρισκε λίγη από την αυθεντική θαλπωρή που της έλειπε, απολαμβάνοντας το φαγητό του κυρ Γιάννη.

Η ζωή του ολοκληρώθηκε όταν παντρεύτηκε την αγαπημένη του Βαρβάρα Βαλσαμά από τη Μύρινα. Μαζί απέκτησαν δύο παιδιά, την Κυβέλη και τον Θανάση. Τα σπούδασε, τα μεγάλωσε με αρχές, αλλά το μεγαλύτερο κατόρθωμά του, όπως λέει ο ίδιος, είναι ότι κράτησε τα αδέλφια αγαπημένα.

Όταν ήρθε η ώρα να τους μοιράσει την περιουσία και τις επιχειρήσεις που έχτισε στη Λήμνο (όπως τον «Φιλοκτήτη» στη Σούπρα), τους έβαλε να διαλέξουν μόνοι τους, ακόμα και με κλήρωση. «Ήθελα να φύγω από τον κόσμο και να μην έχω ένα μπαμπαλάκι, ένα βάρος στην ψυχή μου ότι αδίκησα κανέναν», εξομολογείται με μια απίστευτη πατρική ζεστασιά.

ΔΙΑΦΗΜΗΣΗ
Advertisement

Σήμερα βλέπει την κόρη του την Κυβέλη που άφησε πίσω της μια σπουδαία καριέρα στο πιάνο με δύο χρυσά μετάλλια στην Ευρώπη για χάρη της μεγάλης της αγάπης για τη Λήμνο να μεγαλουργεί στη Μύρινα και το πρόσωπό του λάμπει. «Έχει άλλο ταλέντο αυτή, είναι πολύστροφο μυαλό, με ξεπέρασε», λέει γεμάτος καμάρι.

«Να βασίζεσαι στα δικά σου πόδια!»

Στο κλείσιμο αυτής της υπέροχης κουβέντας, τον ρωτήσαμε τι έχει να συμβουλεύσει τα νέα παιδιά που σήμερα δυσκολεύονται. Και ο κυρ Γιάννης, με τη σοφία ενός ανθρώπου που περπάτησε στα αγκάθια και βγήκε νικητής, έδωσε την πιο ζεστή και αληθινή συμβουλή

«Μη βασίζεστε στον παππού, στη γιαγιά και στη μάνα για χαρτζιλίκι. Να βασίζεστε στα δικά σας πόδια! Όχι τεμπελιά. Τη δουλειά που θα κάνεις, πρέπει να την ερωτευτείς. Να βάζεις στόχο πάντα το πιο ψηλό σκαλί. Ακόμα και τώρα, αν με πέταγες με ένα ελικόπτερο στην πιο άγνωστη πλατεία της Νέας Υόρκης, θα πήγαινα στο πρώτο μαγαζί και θα έλεγα “θα δουλέψω τζάμπα για ένα τοστ, αρκεί να με αφήσεις να σου δείξω τι αξίζω“. Με το πείσμα και τη δουλειά, δεν χάνεσαι ποτέ».

Κυρ Γιάννη, σε ευχαριστούμε για το μάθημα ζωής. Να είσαι πάντα γερός και γεμάτος υγεία, να κοσμείς το νησί μας με την παρουσία και τις ιστορίες σου!

 

 

ΔΙΑΦΗΜΗΣΗ
Advertisement
Google News Icon

Σας άρεσε το άρθρο? Mάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Λήμνο!
Ακολουθήστε το LimnosLive.gr στο Google News.

ΔΙΑΦΗΜΗΣΗ
Advertisement
Διαφήμηση
Advertisement
Διαφήμηση
Advertisement