Λήμνος
Λήμνος: Ποια ήταν η γυναίκα με την άσπρη μαμούκα; Η συγκινητική ιστορία που αποκάλυψε ο Μάρκος Μπόλαρης
Ο Μάρκος Μπόλαρης συνεχίζει τις αναρτήσεις του για τη Λήμνο, αυτή τη φορά με μια φωτογραφία από τις αρχές της δεκαετίας του 1930, φέρνοντας στο φως πολύτιμες οικογενειακές μνήμες και συγκινητικές ιστορίες από το παρελθόν του νησιού.
Μέσα από μια φωτογραφία που διασώθηκε για σχεδόν έναν αιώνα αναγνωρίζει αγαπημένα πρόσωπα της οικογένειάς του και ξετυλίγει την ιστορία της προγιαγιάς του Σεβαστής Μαρμαρά, μιας γυναίκας που πάλεψε με τις δυσκολίες της ζωής, μεγαλώνοντας μόνη της τέσσερα παιδιά σε μια ταραγμένη ιστορική περίοδο.
Με αφορμή τη φωτογραφία ταξιδεύει στη Λήμνο μιας άλλης εποχής, στα χρόνια των πολέμων, της ξενιτιάς και του καθημερινού μόχθου και απευθύνει κάλεσμα σε όσους διατηρούν οικογενειακές μνήμες από τη Φισίνη ώστε να αναγνωριστούν και τα υπόλοιπα πρόσωπα που απεικονίζονται.
Η συγκινητική ανάρτησή του με τίτλο «Με την άσπρη μαμούκα…»:
Τι αναπάντεχη τούτη η έκπληξη !
Μιά φωτογραφία στες αρχές της δεκαετίας του 1930,
μιά φωτογραφία από πλανόδιο επαγγελματία στη Λήμνο,
που έσωσε μορφές, στιγμές οικογενειακές,
μια αποτύπωση στιγμιαία που ακινητοποιεί τον χρόνο,
ένα κειμήλιο που κρυμμένο παρέμεινε
φυλαγμένο ή μήπως ξεχασμένο
σε παλιό ξύλινο σεντούκι της φαμέλιας,
κι ήταν πράγματι,
ευλογημένο ένα δώρο που έφθασε προχτές
αποσταλμένο από τον επιμελή κι
αγαπημένο θείο μου
τον Θέμι Μαρμαρά, πρώτο ξάδερφο
της καλής μας μάννας,
της Γενοβέφας!
Ωσάν την Πλάκα των Καμινίων
τούτη η φωτογραφία αναζητεί τους ειδήμονες
για την ακριβή καταγραφή των εικονιζομένων,
αρχαιολόγους τάχα ή όσους μνήμες
διασώζουν οικογενειακές από τες οικογένειες
των Μαρμαράδων και των Βαρελτζήδων
στη Φισίνη της Λήμνος,
κάτω από το Κάστρο της Σκάλας,
στα νοτιοδυτικά , αντικρύς της Τένεδος,
στες πνοές του Λεβάντε
ευωδιές Μικρασιάτικες πνέοντος ,
«στου κύκλου τα γυρίσματα π’ ανεβοκατεβαίνουν»,
κατά πως ο άφταστος Βιντζέντζος Κορνάρος
ψάλλει στον Ερωτόκριτο,
που ωσάν την Ιλιάδα μοιάζει των Ρωμιών,
πρόσωπα ευκρινή στο χαρτί , ευκρινέστερα ψηφιακά,
χάθηκαν στην λήθη την οικογενειακή ,
αφού άλλος για Σαλονίκη τράβηξε
κι άλλος στην Αλεξάνδρεια της Αίγυπτος ,
άλλος για το New York City
κι άλλος για την Μελβούρνη ,
άλλοι στα Σέρρας στέριωσαν και άλλοι στην Αθήνα,
άλλοι στο Σικάγο πρόκοψαν και τινες στα Γεροσόλυμα,
γρίφος τούτη η φωτογραφία ,
ίσως τώρα που την δημοσιεύουμε να βρούμε τμήματα
από το πολύτιμο υλικό του ψηφιδωτού που μας λείπει !
Μα , κι έτσι ,
χωρίς την ολότητα των ψηφίδων,
πανηγυρίζω,
αφού οι δύο στα αριστερά , ήγουν,
ο όρθιος άνδρας με τον μύστακα και το παιδί στην αγκαλιά,
ο αγαπημένος πάππος μου τυγχάνει,
Μιλτιάδης ο Μαρμαράς
κι η κυρά με την άσπρη μαντήλα,
τι έκπληξη και τι χαρά ,
η πρόμαμμη μου η Σεβαστή είναι ,
η μητέρα του Μιλτιάδη, χήρα του Κωνσταντίνου Μαρμαρά, θυγατέρα του Χαράλαμπου Βαρελτζή !
Για τούτη την έμορφη Κερά ,
έχω γράψει και δημοσιεύσει
ένα κείμενο στο βιβλίο μου
«Πολιτική του Τόπου – Ποιητική του Τρόπου»
που εκδόθηκε τον Δεκέμβρη του 2022
από τον εκδοτικό οίκο ΑΡΜΟΣ,
για την πρόγιαγιά μας την Σεβαστή,
ένα κείμενο με τίτλο
«Το Συναξάρι της Σεβαστής»!
Τούτη η ομορφογυναίκα στα 1905 παντρεύτηκε,
τέσσερες γιούς έτεκε ,
Αργύρη και Αναστάσιο, Ιωάννη και Μιλτιάδη,
και πριν προκάνει να χαρεί την ζωή ,
χήρα έμεινε , συγχωρέθηκε ο Κωνσταντής της,
γιός του Νικόλα του Μαρμαρά, που και Λαδά
τον έλεγαν καθώς είχε τον Σησαμόμυλο του χωριού,
πέθανε από την ευλογιά ο κύρης της, που μάστιζε
πάλιν τον κόσμο όλο,
χήρα παρέμεινε τα υπόλοιπα
πενήντα πέντε χρόνια της ζωής της,
ακάματη αγωνίστρια αποδείχτηκε
για να αναστήσει τα αγόρια της ,
μέσα στην δίνη των καιρών,
Βαλκανικοί πόλεμοι, ο ένας κατόπιν του άλλου,
απελευθέρωση της Λήμνος από τον Ναύαρχο Κουντουριώτη,
κι αμέσως ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος,
στο επίκεντρο η Λήμνος,
επιχειρήσεις πολεμικές
στον Ελλήσποντο, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί
της ANZAK στη Λήμνο,
λάθος στρατηγικές , χιλιάδες οι νεκροί , ανεφοδιασμοί, νοσοκομεία και νεκροταφεία
στην Λήμνο,
ναυλωχούν τα πολεμικά στον κόλπο του Μούδρου,
η Σεβαστή , μικροχήρα,
με το γαϊδουράκι της βαρυφορτωμένο
μεταφέρει τα λερά στρατιωτικά ρούχα στο χωριό,
αστιβίδες κι αγκάθια από το βουνό μαζεύει ,
στο κάζανι παλεύει με την δυσωδία και την λέρα,
κι ύστερα στο σίδερο, τούτανε τα σίδερα
που με κάρβουνα σιδερώναν,
για να ξαναφορτώσει τα πλυμένα ,
με τα πόδια πάντοτες αυτή,
στο στρατόπεδο να γυρίσει , ή πάλιν,
στον μώλο του Μούδρου
που των βαποριών ερχόντουσαν οι λάντζες,
να παραδώσει τα φρεσκοσιδερωμένα,
να παραλάβει τα ματωμένα ,
να πληρωθεί τον κάματό της,
το ψωμί των παιδιών της να εξοικονομήσει,
τα χρειαζούμενα να ψωνίσει από την αγορά,
την ορφάνια της να ημερώσει ,
η κυρά Σεβαστή,
το συναξάρι ενός αγώνα ,
θέλω να ειπώ ο αγώνας της Μάννας,
τ’ ανέστησε τα τέσσερα αγόρια της,
στα σταροχώραφα και στους μπαξέδες, στα αμπέλια
και στα πρόβατα, στο τυροβόλι με τα βούρλα για το τυρί,
στο γνέσιμο του μαλλιού για τα ρούχα ,
στο γιαλό για χταπόδια και πεταλίδες,
ήμουν , στα έξι μου όταν με την κυρά Γενοβέφα
την μάννα μου κατεβήκαμε εκ Σερρών στη Σαλονίκη
να αποχαιρετήσουμε την γιαγιά της,
στο κοιμητήριο της Ευαγγελίστρας,
πάνω από τα Πανεπιστήμια ,
να νεκροφιλήσουμε
την πρόγιαγιά μου !
Τούτη την έμορφη κυρά με την άσπρη μαμούκα ,
καθιστή στην πολύτιμη αυτή φωτογραφία !
Αναπαυμένες οι όμορφες αυτές ψυχές
εν Χώρα Ζώντων !
Σας άρεσε το άρθρο? Mάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Λήμνο!
Ακολουθήστε το LimnosLive.gr στο Google News.
